Υπάρχει κάτι παράξενο στον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος «καταναλώνει» την Ελλάδα.
Την αρχαία Ελλάδα τη συναντάς παντού. Στα ονόματα εταιρειών, στα λογότυπα, στη μόδα, στον αθλητισμό, στον τουρισμό, στον κινηματογράφο. Οι θεοί, οι ήρωες και τα σύμβολα της ελληνικής μυθολογίας έχουν ξεπεράσει τα όρια της ιστορίας και έχουν γίνει μέρος της σύγχρονης παγκόσμιας αγοράς.
Η Νίκη έγινε όνομα ενός από τα μεγαλύτερα αθλητικά brands του κόσμου. Ο Ερμής έδωσε το όνομά του σε έναν από τους πιο γνωστούς οίκους μόδας. Ο Πήγασος, η Μέδουσα, η Πανδώρα, ο Άτλας, ο Όλυμπος και τόσα ακόμη ελληνικά σύμβολα συνεχίζουν να ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο, συχνά χωρίς κανείς να αναρωτιέται από πού ξεκίνησαν.
Δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό.
Ο πολιτισμός δεν μπορεί να μπει σε σύνορα. Οι ιστορίες ταξιδεύουν, μεταφράζονται, επηρεάζουν άλλους λαούς και αποκτούν καινούργιες ζωές.
Υπάρχει όμως μια διαφορά ανάμεσα στο να εμπνέεσαι από έναν πολιτισμό και στο να τον χρησιμοποιείς χωρίς να ακούς ποτέ τη φωνή των ανθρώπων που τον κουβαλούν μέχρι σήμερα.
Και αυτή η διαφορά γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν μιλάμε για τα Γλυπτά του Παρθενώνα.
Περισσότερο από δύο αιώνες μετά την απομάκρυνσή τους από την Ακρόπολη, τα Γλυπτά εξακολουθούν να βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο. Η Ελλάδα εξακολουθεί να ζητά την επανένωσή τους με το μνημείο από το οποίο προέρχονται.
Και εδώ υπάρχει κάτι που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.
Τα Γλυπτά χαρακτηρίζονται ως κομμάτι της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Συμφωνώ. Ακριβώς επειδή είναι παγκόσμιας σημασίας, εκατομμύρια άνθρωποι θέλουν να τα δουν.
Μόνο που οι άνθρωποι αυτοί τα βλέπουν στο Λονδίνο.
Και τα έσοδα που προκύπτουν από τη λειτουργία του μουσείου και την προσέλευση των επισκεπτών δεν καταλήγουν στην Ελλάδα.
Δεν είναι λοιπόν μόνο μια συζήτηση για το πού πρέπει να βρίσκεται ένα αρχαίο έργο τέχνης. Είναι και μια συζήτηση για το ποιος αποφασίζει, ποιος διαχειρίζεται και ποιος τελικά επωφελείται από μια πολιτιστική κληρονομιά που ξεκίνησε από έναν συγκεκριμένο τόπο.
Αν η κληρονομιά είναι πραγματικά παγκόσμια, τότε ίσως πρέπει να μάθουμε να βλέπουμε την έννοια «παγκόσμια» λίγο διαφορετικά.
Όχι ως δικαίωμα ενός ισχυρού να κρατά κάτι που ανήκει στην ιστορία όλων, αλλά ως ευθύνη για συνεργασία, σεβασμό και επανένωση.
Και κάπου εδώ φτάνουμε και στη σύγχρονη εποχή.
Η «Οδύσσεια» του Ομήρου επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη μέσα από μια διεθνή κινηματογραφική παραγωγή, με την Ελλάδα να αποτελεί σημαντικό μέρος των γυρισμάτων.
Και πάλι, δεν είναι αυτό το πρόβλημα.
Καλώς να έρθουν οι μεγάλες παραγωγές. Καλώς να γίνουν γυρίσματα στην Ελλάδα. Καλώς να γνωρίσει ακόμη περισσότερος κόσμος την ελληνική μυθολογία και τα ελληνικά τοπία.
Η κινηματογραφική βιομηχανία μπορεί να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, οικονομική δραστηριότητα και διεθνή προβολή.
Η ερώτηση είναι άλλη:
Όταν η Ελλάδα γίνεται το σκηνικό μιας ιστορίας που ξεκίνησε εδώ, πόσο συμμετέχει η ίδια στην αφήγησή της;
Δεν υποστηρίζω ότι ένας Έλληνας πρέπει υποχρεωτικά να υποδύεται έναν Έλληνα χαρακτήρα.
Δεν πιστεύω ότι η ελληνική μυθολογία πρέπει να είναι αποκλειστικά διαθέσιμη στους Έλληνες.
Αλλά θεωρώ αυτονόητο ότι σε μεγάλες παραγωγές που αναλαμβάνουν να ξανασυστήσουν την ελληνική ιστορία και μυθολογία σε εκατομμύρια ανθρώπους θα μπορούσε να υπάρχει ουσιαστικότερη ελληνική παρουσία.
Άνθρωποι του πολιτισμού. Ιστορικοί. Αρχαιολόγοι. Πανεπιστημιακοί. Έλληνες δημιουργοί.
Όχι για να επιβάλουν μια «επίσημη ελληνική εκδοχή», αλλά για να υπάρχει και η γνώση εκείνων που έχουν μεγαλώσει μέσα σε αυτή την πολιτιστική παράδοση.
Γιατί υπάρχει μια ακόμη αντίφαση.
Η Ελλάδα διαθέτει μια από τις πιο αναγνωρίσιμες πολιτιστικές ταυτότητες στον κόσμο, αλλά πολλές φορές η σύγχρονη ελληνική κοινωνία μοιάζει να έχει τον μικρότερο λόγο στην εμπορική αξιοποίηση αυτής της ταυτότητας.
Η χώρα γίνεται προορισμός. Η μυθολογία γίνεται brand. Τα αρχαία μνημεία γίνονται παγκόσμια σύμβολα. Τα ελληνικά νησιά γίνονται διεθνής τουριστική επιθυμία.
Και την ίδια στιγμή, για πολλούς ανθρώπους που ζουν εδώ, το κόστος ζωής και το κόστος των διακοπών στα ίδια τους τα νησιά γίνεται ολοένα πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί.
Αυτή η αντίθεση αξίζει τουλάχιστον να συζητηθεί.
Δεν ζητάμε να κλείσουμε την Ελλάδα στον εαυτό της.
Δεν ζητάμε να απαγορεύσουμε σε κανέναν να εμπνέεται από τον ελληνικό πολιτισμό.
Το αντίθετο.
Θέλουμε η ελληνική ιστορία να συνεχίσει να ταξιδεύει.
Αλλά θα ήθελα, μαζί με αυτήν, να ταξιδεύει και η σύγχρονη ελληνική φωνή.
Γιατί η Ελλάδα δεν είναι μόνο οι αρχαίοι θεοί που έγιναν εμπορικά ονόματα.
Δεν είναι μόνο ο Παρθενώνας που βλέπουν εκατομμύρια τουρίστες.
Δεν είναι μόνο το τοπίο στο οποίο γυρίζεται μια διεθνής ταινία.
Είναι και οι άνθρωποι που ζουν σήμερα εδώ.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο σημαντικό: να μη ζητάμε από τον κόσμο να μας αφήσει να κρατήσουμε την ιστορία μας κλειστή, αλλά να ζητάμε να είμαστε παρόντες όταν αυτή η ιστορία ξαναγράφεται για ολόκληρο τον κόσμο.
Κλεοπάτρα Μισαηλίδου
