
Ως μια υπόθεση «μοναδική στα ελληνικά δεδομένα» χαρακτήρισε την υπόθεση Μουρτζούκου ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Κω, Μανώλης Χατζηάμαλλος, επισημαίνοντας τη θεσμική της βαρύτητα, αλλά και την ανάγκη διαρκούς επαγρύπνησης των κρατικών μηχανισμών.
Ο κ. Χατζηάμαλλος τόνισε ότι αυτό που πρέπει να εξεταστεί σε βάθος είναι τα ερεθίσματα της Πολιτείας και το πώς οι θεσμοί και οι αρμόδιες δομές ενεργοποιούνται, ώστε να διασφαλίζονται η νομιμότητα και η προστασία της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των πολιτών.
«Όταν συμβεί ένας ύποπτος θάνατος, ενεργοποιούνται συγκεκριμένες διαδικασίες. Πρέπει να ειδοποιηθούν οι διωκτικές αρχές. Ακολουθεί νεκροψία-νεκροτομή και, αν προκύψει κάτι ύποπτο, πρέπει να ενημερώνεται άμεσα ο εισαγγελέας και να ενεργοποιούνται οι προανακριτικές διαδικασίες», υπογράμμισε.
Αναφερόμενος στην υπόθεση Μουρτζούκου, επεσήμανε πως παρά το ότι ενεργοποιήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες, δεν οδήγησαν στα αναγκαία συμπεράσματα, γεγονός που ανέδειξε σοβαρές αδυναμίες στο σύστημα.
«Έχουμε πέντε θανάτους παιδιών και, παρότι κινήθηκαν οι τυπικές διαδικασίες, δεν κατέληξαν εκεί που θα έπρεπε», σημείωσε.
Στο πλαίσιο αυτό, σχολίασε και την απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης να προχωρήσει στην αναστολή λειτουργίας της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πατρών, δηλώνοντας:
«Δικαίως ο Υπουργός προέβη στην αναστολή της υπηρεσίας, ιδίως αν σκεφτεί κανείς πως είχε προηγηθεί και η υπόθεση Πισπιρίγκου».
Ο πρόεδρος του Δ.Σ. Κω συνέδεσε το πρόβλημα με ένα ευρύτερο και διαχρονικό φαινόμενο στη δημόσια διοίκηση: την έλλειψη αξιοκρατίας.
«Κατά την προσωπική μου άποψη, η χώρα μας θα πληρώσει πολλές φορές την αναξιοκρατία όπου αυτή παρατηρείται. Είναι και αυτή η υπόθεση ζήτημα αξιοκρατίας. Η Πολιτεία οφείλει να θωρακίσει τους θεσμούς της, και στη συνέχεια να αναλάβουν δράση οι ανακριτικές και προανακριτικές δομές του κράτους, ώστε να φτάσουν στον εντοπισμό του δράστη».
Όπως σημείωσε, το σύστημα τελικά λειτούργησε, αλλά με μεγάλη καθυστέρηση – και εν μέρει χάρη στη δημοσιότητα που πήρε το θέμα:
«Εντέλει, και με μεγάλη καθυστέρηση, λειτούργησε το σύστημα και με τη “βοήθεια” των ΜΜΕ και άλλων παραγόντων φτάσαμε σε κάποιο αποτέλεσμα».
Ωστόσο, προειδοποίησε και για τον κίνδυνο υπερέκθεσης της υπόθεσης στη δημόσια σφαίρα, επισημαίνοντας ότι η εκτενής δημοσιότητα ενδέχεται να λειτουργήσει αντιπαραγωγικά ως προς την ουσία της έρευνας:
«Το να βγαίνουν στη δημοσιότητα κάποιες λεπτομέρειες και να παίρνει μια υπόθεση τόσο μεγάλη έκταση μπορεί να τη βλάψει και να καταστρέψει τον παράγοντα του αιφνιδιασμού».



