
Μια μποτίλια κρασί από τον Πικέρμι, ένα πακέτο τσιγάρα-κασετίνα με τη λιτή σημείωση: «Κως 1966».
Κι έτσι ξεκινά ένα σιωπηλό ταξίδι στον χρόνο, τότε που η Κως δεν ήταν μόνο ένας τουριστικός προορισμός, αλλά μια αυθεντική εικόνα ζωής, χαραγμένη στη μνήμη όσων τη γνώρισαν όπως ήταν.Καθώς το πλοίο πλησιάζει τον λιμένα, προβάλλει μπροστά μας το φρούριο της Νεραντζιάς.
Το λιμάνι ξεδιπλώνεται ήσυχα, με τις κτιριακές γραμμές να ακολουθούν τον ρυθμό της θάλασσας και στο βάθος το βουνό Σύμπετρο. Ο φακός της εποχής καταγράφει τη ζωή: άντρες στα καφενεία παίζουν τάβλι με θέα τα οχυρά, ποδηλάτες περνούν βιαστικά, καΐκια αράζουν νωχελικά – κάθε εικόνα και μια ιστορία.Η Κως του ’66 δεν ήταν φτιαγμένη για τα φλας των φωτογραφικών μηχανών, μα για την καρδιά.
Περνάμε μέσα από τη λεωφόρο των Φοινίκων, λίγο πριν τη γέφυρα του κάστρου. Πίσω από τους φοίνικες και τους μπλε ιβίσκους, προβάλλει επιβλητικός ο μιναρές του τζαμιού Γενί Χασάν Πασά, όπως τον ξέραμε,ήσυχος, αγέρωχος, δεμένος με την πέτρα της ιστορίας και την καθημερινότητα του νησιού.
Κι ύστερα, Πλατεία Ελευθερίας.
Το τζαμί Defterdar στέκει αγέρωχο, με τον τρούλο του να στηρίζεται σε 12 αψίδες, τον μιναρέ που τότε ακόμα φιλοξενούσε τη φωνή του μουεζίνη. Η κρήνη του, επτάπλευρη και κομψή, στεκόταν στο κέντρο της πλατείας σαν μαρμάρινη καρδιά που ποτίζει αναμνήσεις.
Μπροστά στο τέμενος, ένας παππούς με την παραδοσιακή φορεσιά και μαγκούρα διεκδικεί με αυθορμητισμό τον χώρο του από τους περαστικούς ποδηλάτες. Ένας άλλος, φορώντας κίτρινο τουρμπάνι, παρακολουθεί την κίνηση του δρόμου, καθώς παιδιά παίζουν στα σκαλοπάτια του μιναρέ.
Μια γυναίκα με κόκκινο τουρμπάν ανεβαίνει στο ποδήλατο της, ενώ ο χότζας κλειδώνει το τζαμί με αφοσίωση σαν να κλείνει μια σκηνή ζωής που δεν θα επαναληφθεί.Στην αυλή μιας κατοικίας, ένας ντόπιος με την παραδοσιακή φορεσιά λευκή πουκαμίσα, μακριές κάλτσες, φουφούλα πλησιάζει τον δεμένο γαϊδουράκο.
Δεν είναι απλώς ένα πλάνο. Είναι μνήμη. Είναι τα χρόνια εκείνα που η Κως ανέπνεε με διαφορετικό ρυθμό αργό, ήρεμο, ουσιαστικό.Το φιλμ κλείνει όπως τελείωνε και κάθε καλοκαιρινή μέρα στην Κω: με το χρυσαφί φως της δύσης να λούζει τα καΐκια και τους ανθρώπους να επιδιορθώνουν σιωπηλά τα πλοιάριά τους, με πίστη στην επόμενη μέρα.
Πολλά άλλαξαν από τότε. Ο σεισμός του 2017 τραυμάτισε το τέμενος και την κρήνη του, και μαζί τους ίσως και ένα κομμάτι από τις μνήμες εκείνης της εποχής. Όμως ό,τι χάθηκε από τη μορφή, παραμένει ζωντανό στην ψυχή.
Η Κως του ’66 είναι η Κως που κρατάμε μέσα μας.
Η Κως των γιαγιάδων μας, των καφενείων, του τάβλι και των παιδιών που έπαιζαν στα σοκάκια. Μια Κως που δε χρειάζεται φτιασιδώματα, γιατί έχει χαρακτήρα. Που δεν είναι σκηνικό, αλλά ζωντανή αφήγηση.
Αν κλείσεις τα μάτια και σωπάσεις, ίσως την ακούσεις ακόμα
.📸 Πηγή: Aylon Film Archives





